"Οι Ψαράδες",Τσιγκόζιε Ομπιόμα/Chigozie Obioma



Φαντάζομαι πως είμαι άντρας μαύρος,χριστιανός,οικογενειάρχης και πολίτης της πόλης Άκουρε στη Νιγηρία της δεκαετίας του΄ 90,έντιμος,τυπικός και ότι δουλεύω με απόλυτη συνέπεια στην κεντρική τράπεζα της χώρας μου που αλλάζει κυβερνήσεις και μάλιστα δικτάτορες σαν τα πουκάμισα,ξέρω γράμματα ο ίδιος και το μεγάλο όνειρό μου είναι ζωή ειρηνική και ήσυχη και να δώσω μια χριστιανική δυτική παιδεία στα τέσσερα αγόρια μου μπας και ξεφύγουν από την μοίρα της όμορφής μου πλην χωρίς στον ήλιο μοίρα χώρα.Κάνω τα πάντα,και πάνω απ΄ όλα την προσευχή μου και πορεύομαι με καθαρή συνείδηση στην ζωή, δεν πειράζω μυρμήγκι,μυρμήγκι λέμε κι όμως όλα ξαφνικά,ή μήπως όχι και τόσο ξαφνικά, αλλάζουν, αναποδογυρίζουν και πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι μου. 

Φαντάζομαι πως είμαι γυναίκα μαύρη,χριστιανή,οικογενειάρχισσα και πολίτις της πόλης Άκουρε στην Νιγηρία της δεκαετίας του΄ 90,έντιμη,τυπική και ότι δουλεύω με απόλυτη συνέπεια στο μαγαζάκι μου με τα φρούτα στην αγορά της χώρας μου που αλλάζει κυβερνήσεις και μάλιστα δικτάτορες σαν τα πουκάμισα,ξέρω γράμματα η ίδια και το μεγάλο όνειρό μου είναι ζωή ειρηνική και ήσυχη και να δώσω μια χριστιανική δυτική παιδεία στα τέσσερα αγόρια μου μπας και ξεφύγουν από την μοίρα της όμορφής μου πλην χωρίς στον ήλιο μοίρα χώρα.Κάνω τα πάντα,και πάνω απ΄ όλα την προσευχή μου και πορεύομαι με καθαρή συνείδηση στην ζωή, δεν πειράζω μυρμήγκι,μυρμήγκι λέμε και όμως όλα ξαφνικά,ή μήπως όχι και τόσο ξαφνικά, αναποδογυρίζουν και πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι μου.


Ελλάδα,2016,φαντάζομαι πως είμαι....Όχι,κλείνοντας το θαυμάσιο μυθιστόρημα του 29χρονου Νιγηριανού Τσιγκόζιε Ομπιόμα "Οι Ψαράδες",ένα κείμενο χαμηλών τόνων,άρτια δομημένο που μου προκάλεσε καταιγισμό συναισθημάτων και σκέψεων τίποτα δεν πρέπει να φαντάζομαι πως είμαι . Δεν μου επιτρέπεται να φαντάζομαι εκ του ασφαλούς τίποτα ακόμα κι αν το περιβόητο και που το νόμιζα δεδομένο δυτικό ασφαλές μου περίβλημα των πραγμάτων ραγίζει κάθε μέρα.
Ούτε ψύλλος στον κόρφο μας,σκέφτομαι πάντως -και δεν βγάζω την αφεντιά μου απ΄έξω -,δυτικέ μικρομεταπραττάκο που όλα τα σφάζεις,όλα τα μαχαιρώνεις εκ του ασφαλούς σου αυτού του τόσο θρυμματισμένου που κάνεις ότι δεν το βλέπεις σε τι έχει μετατραπεί,κακομοίρη,και δεν λες να βουτήξεις την γλώσσα σου στο μυαλό,όσο σου έχει απομείνει δηλαδή,πριν πεις τις κοτσάνες σου για τα πάντα κάνοντας ότι δεν ξέρεις ότι πνίγονται στις θάλασσές σου κάθε μέρα, κάθε μέρα όμως, αθώα παιδιά,κατατρεγμένοι ά ν θ ρ ω π ο ι.
Κατατρεγμένοι απλοί,εργατικοί άνθρωποι και αθώα παιδιά πάντα και παντού,χτες,σήμερα,αύριο, στην Ευρώπη,στην Ασία,στην Αμερική,στην Αφρική.Ησυχασμό δεν θα βρει ο άνθρωπος ποτέ, ποτέ,μου φαίνεται και δεν ξέρω αν φταίει για την μελαγχολική μου σκέψη η ήπια περίσκεψη στην οποία με έριξε το βιβλίο παρά την σεμνή ομορφιά της γραφής του ή μια απαισιοδοξία /αλήθεια που από καιρό έχω καταλάβει και δεχτεί  ως την Αλήθεια που είναι το νήμα όλης μας της ζωής με παραλλαγές χώρων, τόπων,κουλτούρας και συγκυριών.Αν δεν τα βρει ο άνθρωπος με το θηρίο εντός του δεν θα βρούμε όλοι μαζί ησυχασμό οι άνθρωποι ποτέ μας.

Σε μια μικρή πόλη της δυτικής Νιγηρίας τέσσερα νεαρά αδέλφια –ο μικρότερος είναι εννιά και ο μεγαλύτερος δεκαπέντε– εκμεταλλεύονται την απουσία του πατέρα τους από το σπίτι για να πάνε για ψάρεμα στο απαγορευμένο κοντινό ποτάμι. Εκεί θα συναντήσουν έναν επικίνδυνο τρελό που θα προφητεύσει ότι ο μεγαλύτερος αδελφός θα δολοφονηθεί από ένα από τα αδέλφια του. Αυτή η προφητεία θα σταθεί η αφορμή να διαλυθεί ο ισχυρός δεσμός τους και η αφετηρία μιας αλυσίδας τραγικών γεγονότων σχεδόν μυθικών διαστάσεων.
Μια ιστορία αγάπης, μίσους και εκδίκησης που διαδραματίζεται με φόντο τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Νιγηρία της δεκαετίας του ’90. Μια συγκλονιστική αφήγηση με τη φωνή του μικρότερου αδελφού, του Μπέντζαμιν, και εξαιρετική χρήση της γλώσσας. Αναφορές στην αφρικάνικη φύση, στους μύθους και τις δοξασίες της Νιγηρίας, καταγραφή της καθημερινότητας με κύριο άξονα τη σύγκρουση μεταξύ παραδοσιακού και δυτικού τρόπου ζωής, σε ένα έξοχο πρώτο βιβλίο ενός λογοτέχνη που αξιοποιεί με μοντέρνο τρόπο την αφρικάνικη αφηγηματική παράδοση και φαίνεται να έχει μακρά καριέρα μπροστά του.

Ο κύριος Άγκβου, ο τραπεζικός υπάλληλος, και η σύζυγός του η Αντούκου,η έμπορος φρούτων, είναι οι γονείς έξι χαρούμενων παιδιών και ζουν με ζηλευτή αξιοπρέπεια στην πολιτικώς άστατη Νιγηρία του ΄90.Τα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά,ο 15χρονος Ικένα,ο 14χρονος Μπότζα,ο 11χρονος Ομπέμπε,ο 9χρονος Μπεν και τα δυο μικρά, o Ντέηβιντ και η Νκεμ, είναι το φως,η ελπίδα τους,ο λόγος ύπαρξής τους.Οι δυο μαύροι χριστιανοί γονείς προσπαθούν να δώσουν στα παιδιά όσα περισσότερα μπορούν για ένα καλύτερο μέλλον,δεν ανακατεύονται πουθενά και ακριβώς επειδή έχουν πλήρη αντίληψη των πραγμάτων και της σαπίλας της πολιτικής στην Νιγηρία και στην Αφρική ολόκληρη, αντιστέκονται στην αγριότητα των καιρών με την ειρηνική προσωπική τους στάση ζωής και το πως διαπαιδαγωγούν τα αγόρια τους στο όνομα του δυτικού χριστιανικού ιδεώδους.

Όταν ο πατέρας μετατίθεται σε άλλη πόλη η Ειμαρμένη αποφασίζει να χώσει την σουβλερή της μύτη σ΄αυτό ακριβώς το σπιτικό.Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Οι τέσσερις νεαροί ξεγλιστρούν από την εποπτεία της μητέρας τους που εκ των πραγμάτων χαλαρώνει και αρχίζουν να συχνάζουν στο ποτάμι της πόλης το οποίο είναι απαγορευμένος τόπος.Εκεί ασχολούνται με το κατ΄αρχάς διασκεδαστικό και αθώο ψάρεμα.Η σκανταλιά,η ανυπακοή,το σκασιαρχείο και η ορμή και περιέργεια για τον κόσμο που συνεπάγεται η ίδια η εφηβεία ανακατεύονται με την γλύκα που έχει σ΄αυτές τις ηλικίες η συνειδητή παράβαση του οικογενειακού πλαισίου.

Τα τέσσερα αγόρια δεν παραμελούν τις βασικές υποχρεώσεις τους το ένα προς το άλλο, στην μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια αλλά κάνοντας αυτές τις αποδράσεις στο ποτάμι,στην αγορά και στις πιο φτωχές γειτονιές της πόλης παίρνουν είδηση,χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν με την λογική τους που παραμένει παιδική,όσα διαδραματίζονται ,την αληθινή ζωή δηλαδή,που βέβαια δεν είναι η δική τους μα αυτή που βλέπουν έντρομα από ένα σημείο και μετά,ανήμπορα να ταμπουρωθούν ξανά στο οικογενειακό κουκούλι,πως σαρώνει τα πάντα έξω από το νοικοκυρεμένο και ζεστό σπίτι των γονιών τους και την χαρακτηρίζει φτώχεια,ταξική ανισότητα, αναλφαβητισμός, προκαταλήψεις,βία, πολιτική αστάθεια και πολλαπλή ανηθικότητα που στο πέρασμά της αφήνει θάνατο και συμφορά χωρίς να κάνει διακρίσεις σε καλούς και κακούς.

Στον δρόμο τους εμφανίζεται ο τρελός Αμπούλου και πάνω τους σκάνε σαν σφαίρες οι ξέχειλες από μίσος προφητείες/κατάρες του.Ο πρωτότοκος Ικένα είναι ο κύριος στόχος.Τρομοκρατείται,ο τόπος δεν τον χωράει, επηρεάζεται, αναποδογυρίζει ο κόσμος του,αντιδρά άσχημα και η απουσία του πατέρα αποβαίνει μοιραία.Συμβαίνουν γεγονότα που τα παιδιά δεν ομολογούν στην μητέρα.Είναι αμφίβολο αν θα είχαν προστατευτεί ακόμα κι αν η καλή και εργατική Αντούκου ήξερε.Ίσως αν ήξερε να είχε πείσει με κλάματα και φοβέρες τον κύριο Άγκβου να γυρίσει και να πάρει το τιμόνι στα χέρια του. Όταν ο πατέρας γυρίζει η Ειμαρμένη έχει πάρει εκείνη τα ηνία και μοιράζει κλήρους συμφοράς στα αγόρια,που προκαλούν την μοίρα τους και βγάζουν ό,τι κουβαλάνε μέσα τους και αυτό κρυβόταν καλά στο τακτοποιημένο σπίτι αυτών των γονιών.Στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου,οι δυο μεγαλύτεροι κηρύσσουν μεταξύ τους αδυσώπητο πόλεμο και οι μικρότεροι παρακολουθούν παραπαίοντας και μη μπορώντας/τολμώντας να επέμβουν.
Ο Αμπούλου και η Ειμαρμένη οπισθοχωρούν από την σκηνή αφού εκπροσωπώντας καλά ο ένας την άλλη και στο χάρτινο θέατρο που έχει στήσει ο ταλαντούχος Τσιγκόζιε Ομπιόμα τα αδέρφια απεκδύονται την φορεσιά της ηλικίας και άρα και της αθωότητας:γίνονται η ιστορία της Νιγηρίας,της Αφρικής ολόκληρης που ποδοπατιέται από τους άπληστους αποικιοκράτες/δυνάστες της αλλά κι όταν αυτοί αποτραβηχτούν για ποικίλους λόγους εκείνη συνεχίζει να σπαράζεται από αδελφοκτόνους πολέμους και εσωτερικούς διχασμούς που δεν παύουν παρά μόνον όταν αιματοκυλιστεί ξανά και ξανά ο τόπος.Αν οι προοδευτικοί και φιλήσυχοι γονείς,οι Άγκβου,είναι συμβολικά το αναβαπτισμένο πρόσωπο μιας ηπείρου που προσπαθεί να σταθεί όρθια,τα ίδια τους τα παιδιά είναι οι νέοι τύραννοι και δοκιμάζουν ένα  μίσος που προκύπτει από το ποουθενά -ή μώπως δεν είναι έτσι;-ο ένας πάνω στον άλλο. 

Ο Τσιγκόζιε Ομπιόμα αφηγείται όμορφα,κατανοητά,απλά μα όχι απλοϊκά,πειθαρχημένα,γραμμικά και πρωτοπρόσωπα ως ο μικρότερος εκ των τεσσάρων αγοριών,εγκιβωτίζοντας -χωρίς να φορτώνει την κεντρική- σύντομες δεύτερες ιστορίες που ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη για το κείμενο.Η γλώσσα που επιλέγει είναι απλή κι αυτή αλλά όχι απλοϊκή,η δομή της μυθοπλασίας νοικοκυρεμένη και στέρεη και ο επιμερισμός της σε κεφάλαια -με όμορφους τίτλους παρμένους από την αφρικανική φύση, λίγο πριν αυτή γίνει ένα απέραντο σαφάρι land -που περιγράφουν εύστοχα το θέμα ή το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται,είναι λειτουργικός και ελκυστικός.

3
Ο ΑΕΤΟΣ
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΗΤΑΝ ΑΕΤΟΣ.Το δυνατό πουλί που έστησε τη φωλιά του ψηλά πάνω από τα όμοιά του και μετεωρίζεται προσέχοντας τα αετόπουλά του σαν βασιλιάς που φυλάει τον θρόνο του.Το σπίτι μας-η μονώροφη μονοκατοικία των τριών δωματίων την οποία αγόρασε την χρονιά που γεννήθηκε ο Ικένα-ήταν η αετοφωλιά που κρατούσε στη χούφτα του· ένα μέρος που το διοικούσε με σφιγμένη γροθιά.Αυτός είναι ο λόγος που όλοι κατέληξαν να πιστεύουν ότι,αν δεν είχε φύγει από το Άκουρε,το σπίτι μας δεν θα είχε γίνει τρωτό εξαρχής και ότι η κακοτυχία που μας έπληξε δεν θα είχε παρουσιαστεί.
4
Ο ΠΥΘΩΝΑΣ
Ο ΙΚΕΝΑ ΗΤΑΝ ΠΥΘΩΝΑΣ.
Ένα άγριο φίδι,ένα τερατώδες ερπετό που ζούσε πάνω σε δέντρα ,σε πειδάδες πάνω από τα άλλα φίδια.Ο Ικένα μετατράπηκε σε πύθωνα μετά το μαστίγωμα.Άλλαξε.Ο Ικένα που ήξερα έγινε κάποιος άλλος:ένας ασταθές και ευερέθιστο άτομο σε αδιάκοπη αναζήτηση λείας.Η μεταμόρφωση αυτή είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα,σταδιακά,εκ των έσω,πολύ πριν απ΄το μαστίγωμα.Άρχισε όμως πρώτη φορά να εκδηλώνεται μετά την τιμωρία,ωθώντας τον να κάνει πράγματα για τα οποία δεν τον θεωρούσαμε ικανό,και το πρώτο ήταν να βλάψει ένα ενήλικο.


7Η ΓΕΡΑΚΑΡΙΣΣΑ

Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους που πλαταίνουν,το γεράκι 

δεν μπορεί ν΄ακούσει πια τον γερακάρη*

Γ.Μ.ΓΕΪΤΣ
Η ΜΗΤΕΡΑ ΗΤΑΝ ΓΕΡΑΚΑΡΙΣΣΑ.
Εκείνη που στεκόταν πάνω στους λόφους και αγνάντευε,προσπαθώντας να αποτρέψει καθετί κακό που αντιλαμβανόταν ότι πλησιάζει τα παιδιά της.Είχε αντίγραφα του μυαλού μας στους θύλακες του δικού της μυαλού,κι έτσι εύκολα μυριζόταν τους μπελάδες εν τη γενέσει τους,με τον τρόπο που οι ναυτικοί διακρίνουν το σχηματιζόμενο έμβρυο μιας επερχόμενης καταιγίδας. 


11ΟΙ ΑΡΑΧΝΕΣ
Όταν μια μητέρα πεινάει,λέει:

"ψήστε κάτι να φάνε τα παιδιά μου"

ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΤΩΝ ΑΣΑΝΤΙ
ΟΙ ΑΡΑΧΝΕΣ ΗΤΑΝ ΚΤΗΝΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ.
Πλάσματα που οι Ίγκμπο πιστεύουν ότι φωλιάζουν στα σπίτια των πικραμένων,κλώθοντας αδιάκοπα κι υφαίνοντας αθόρυβα,πονεμένα,ώσπου τα νήματά τους αβγατίζουν και σκεπάζουν χώρους απέραντους. Εμφανίστηκαν ως ένα από τα πολλά πράγματα που άλλαξαν στον κόσμο αυτό όταν πέθαναν τα αδέρφια μου.Την πρώτη εβδομάδα μετά τον θάνατό τους,περιφερόμουν με το αίσθημα ότι εκείνο το υφασμάτινο σκέπαστρο,η ομπρέλα κάτω από την οποία προφυλασσόμασταν όλον αυτό τον καιρό,είχε κουρελιαστεί, αφήνοντάς με εκτεθειμένο.Άρχισα να νοσταλγώ τους αδελφούς μου,να συλλογίζομαι απειροελάχιστες λεπτομέρειες της ζωής τους,μέσα από το τηλεσκόπιο της ύστερης γνώσης που μεγέθυνε την κάθε τέτοια λεπτομέρεια,κάθε ασήμαντη πράξη ή περιστατικό.Μα δεν άλλαξε μόνο ο δικός μου ο κόσμος μετά τα γεγονότα. 

13Η ΒΔΕΛΛΑΤΟ ΜΙΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΒΔΕΛΛΑ.Ένα πλάσμα που κολλάει στο δέρμα του ανθρώπου· τρέφεται απ΄αυτόν και αποστραγγίζει τους χυμούς της ψυχής του.Αλλάζει τον άνθρωπο και δεν φεύγει ωσότου ρουφήξει και την τελευταία στάλα γαλήνης μέσα του.Γαντζώνεται στο δέρμα σου,όπως ακριβώς η βδέλλα,τρυπώνει όλο και πιο βαθιά στην επιδερμίδα·για να ξεκολλήσεις το παράσιτο,πρέπει να σκίσεις ένα κομμάτι της σάρκας σου,και ο αφανισμός του είναι μια πράξη αυτομαστίγωσης.

Δεν σκοπεύω βεβαίως να μεταφέρω εδώ ολόκληρο το βιβλίο(που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε πολύ καλή μετάφραση Ιωάννας Ηλιάδη), το παραπάνω σταχυολόγημα είναι απλώς ενδεικτικό και δίνει μια καλή μικρή γεύση για το περιεχόμενο των "Ψαράδων".
Το προτείνω και ο κύριος λόγος είναι ότι αν αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Chigozie Obioma και εκείνος έχει σταθεί στο ύψος των περιστάσεων- συγκυρίες λογοτεχνικές σε καιρούς εκδοτικής πλημμυρίδας και πολιτικές σε εποχές παγκόσμιας ανακατάταξης- και καταφέρνει τόσα πολλά και τόσο καλά με την πένα του τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι είναι ικανός να παράγει μεγαλύτερων απαιτήσεων λογοτεχνία, εκείνην που θα σέβεται το όνομά της και παράλληλα θα απευθύνεται με τον ίδιο σεβασμό στο ευρύ κοινό.Γιατί αυτό ακριβώς είναι το βασικό στοίχημα,η μεγάλη πρόκληση: να γράφονται καλά και μαζί πρόσφορα για το ευρύ κοινό μυθιστορήματα.Τα δικαιούται ως ανάσα μέσα στην τόση σαβούρα που του εκσφενδονίζουν βαφτισμένη λογοτεχνία.



*από το ποίημα"Η Δευτέρα Παρουσία",σε μετάφραση Γ.Σεφέρη

υ.γ.το κείμενο δημοσιεύτηκε στον Amagi στις 12/2/2016



Σχόλια